- εμπυρευματικός
- -ή, -όπου ανήκει ή αναφέρεται στο εμπύρευμα (βλ. λ.): Εμπυρευματικά υλικά.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
εμπυρευματικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στο εμπύρευμα («εμπυρευματική ύλη») 2. (φαρμ.) η ιδιάζουσα οσμή πολλών οργανικών σωμάτων και παλαιών φαρμάκων που παρασκευάζονται με ξηρά απόσταξη … Dictionary of Greek